ClockSound
Search
facebook twitter youtube rss instagram

Mark Lanegan - Gargoyle

Rate
7.5

Τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του "Phantom Radio" (2014), ο Mark Lanegan επιστρέφει με νέο δίσκο, με τίτλο "Gargoyle", όπως είχαν ήδη προαναγγείλει τα δύο πρώτα single, Nocturne και Beehive.

Στην πραγματικότητα, αναφερόμενοι στον συγκεκριμένο καλλιτέχνη, είναι δύσκολο να μιλήσουμε για επιστροφή, αφού οι συνεργασίες και συμμετοχές του σε δουλειές άλλων μουσικών είναι τόσο τακτικές – αν και ενίοτε δεν γίνονται ιδιαίτερα γνωστές – που μοιάζει να είναι πάντα παρών ακόμα και στα διαστήματα που μεσολαβούν από τον ένα προσωπικό του δίσκο στον άλλο. Κάτι που, αναπόφευκτα, μας οδηγεί να αναγνωρίσουμε για μία ακόμα φορά το εξαιρετικό ταλέντο / ένστικτο του Lanegan στον τομέα των συνεργασιών (στο οποίο συντελεί και ένας καλός μάνατζερ;), αφού όχι μόνο επιλέγει εύστοχα, αλλά καταφέρνει να προσαρμόζεται σε κάθε μουσική περίσταση, βάζοντας την προσωπική του σφραγίδα και χαρίζοντάς μας αξέχαστα κομμάτια.

Από τους Queens of the Stone Age, τους Gutter Twins, τους  Creature With the Atom Brain και τους Soulsavers ως την Martina Topley Bird και την Isobel Campbell, η λίστα απολύτως επιτυχημένων ή τουλάχιστον συνεργασιών με ενδιαφέρον μοιάζει να μην έχει τέλος. Με αυτή την έννοια, ο πάλαι ποτέ frontman των Sreaming Trees και νυν βαρύτονος crooner είναι απολύτως συνεπής και σε αυτήν την περίσταση.

Για τη δημιουργία του Gargoyle, λοιπόν, επιστρατεύτηκε ένα διόλου ευκαταφρόνητο παρεάκι, αποτελούμενο, μεταξύ άλλων, από τους «συνήθεις υπόπτους», Greg Dulli (The Afghan Whigs), Josh Homme (Queens Of The Stone Age), Duke Garwood και Jack Irons. Και φυσικά, τους σχεδόν μόνιμους τα τελευταία χρόνια συνεργάτες του Lanegan, πολυοργανίστες Rob Marshall και Alain Johannes, οι οποίοι συνυπογράφουν τα τραγούδια του δίσκου, ενώ ο Johannes εκτελεί και χρέη παραγωγού. 

Συνεπής ως προς την εύστοχη επιλογή μουσικών συνοδοιπόρων αλλά και ως προς το ύφος των δουλειών του τα τελευταία χρόνια: το "Gargoyle" κινείται στις ίδιες μουσικές συντεταγμένες με τους δύο προηγούμενους δίσκους. Οι blues καταβολές περνούν ξανά σε δεύτερο πλάνο, παραδίδοντας την σκυτάλη στον πιο ηλεκτρονικό ήχο, με έντονες επιρροές από dark wave έως και καθαρές post-punk φόρμες.

Εν ολίγοις, η ήδη δοκιμασμένη –και γενικά επιτυχημένη - συνταγή εμπλουτισμένη με λιγοστά αλλά ευδιάκριτα νέα συστατικά. Σε ό,τι αφορά τους στίχους, ο τίτλος είναι αρκετά αντιπροσωπευτικός˙ ο dark Mark εμμένει στα αγαπημένα του θέματα, μιλώντας για υπαρξιακές αναζητήσεις, ελλείψεις και νοσταλγίες με φόντο ένα ζοφερό τοπίο και μπόλικες θρησκευτικές αναφορές.

Έτσι λοιπόν, το πρώτο κομμάτι, το σκοτεινό Death’s Head Tattoo, με φωνητικά από τον Greg Dulli, πέφτει σαν ένα σκληρό σούρουπο που μας προετοιμάζει για μια εξίσου ηχηρή νύχτα: το εύστοχα επιλεγμένο ως πρώτο single Nocturne. Και έτσι όπως είμαστε βυθισμένοι στο νυχτερινό έρεβος, ο ρυθμός επιβραδύνεται και το αρμόνιο του Johannes ηχεί σαν απειλή μεταφέροντάς μας σε μια βαθυγάλανη θάλασσα ή αλλιώς το “Blue Blue Sea”, που, πέρα από μια ελαφρά ναυτία, είναι αξιομνημόνευτο για το γεγονός ότι δίνει το όνομα στον δίσκο («...gargoyle perched on gothic spire»).

Μάλλον η όχι πιο δυνατή στιγμή του δίσκου, ακολουθείται από το πιο «πιασάρικο» δεύτερο single, Beehive, που καταφέρνει να μας ξεσηκώσει λιγάκι με τη νοσταλγική 90´s αισθητική του, και, κυρίως με τον καλύτερο ίσως στίχο – τελείως προσωπική η εκτίμηση, φυσικά - του άλμπουμ, μοναδικό εξισορροπητικό αντίβαρο απέναντι στις όποιες μελοδραματικές στιγμές: “Everywhere I look, it’s a bummer”.

Και με αυτή την υπέροχα μηδενιστική σκέψη, κάνουμε μια σύντομη αναδρομή στο πιο bluesy παρελθόν με το Sister, το μακρόσυρτο τελείωμα του οποίου αποτελεί τον αντίποδα του πολύ καλού Emperor που το διαδέχεται. Μια εξαιρετικά ευχάριστη έκπληξη, μια απροσδόκητη σχεδόν indie-pop πινελιά με ρυθμό που ξεσηκώνει όσο χρειάζεται, με έξτρα μπόνους τα backing vocals του Homme και έναν ευφάνταστο συνδυασμό τσέμπαλου και farfisa δια χειρός Johannes.

Επίσης «πιασάρικο», τηρουμένων των αναλογιών πάντα και με την καλή έννοια, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα ακόμα single, αν και λιγότερο αντιπροσωπευτικό του ύφους του δίσκου. Στη συνέχεια προσγειωνόμαστε με το ελαφρώς γλυκανάλατο Goodbye To Beauty - αν και η τραχύτητα της φωνής του Lanegan καταφέρνει να αποτρέψει το μοιραίο - για να απογειωθούμε ξανά με τον καταιγιστικό drum’n’ bass  ρυθμό του επίσης καλού Drunk On Destruction.

Καθώς ο δίσκος πλησιάζει στο τέλος του, ο ρυθμός μοιάζει να χαλαρώνει κάπως υπερβολικά. Το μάλλον αδιάφορο First Day of Winter θα μας άφηνε μια παγερή αίσθηση, αλλά ευτυχώς είναι το φευγάτο Old Swan που αναλαμβάνει τον αποχαιρετισμό. Παραδόξως αισιόδοξο - ξανά, τηρουμένων των αναλογιών - θα μπορούσε ίσως να φέρει την υπογραφή των New Order. Μια ακόμα μικρή έκπληξη, σωστά επιλεγμένη για το κλείσιμο.

Συνολικά, το αποτέλεσμα είναι κάτι παραπάνω από αξιοπρεπές, αν και μάλλον χρειάζεται μια  πιο προσεκτική ακρόαση - ή καλύτερα πολλαπλές ακροάσεις - για να εκτιμηθεί όπως του αξίζει. Φυσικά, μιλώντας για τον Lanegan, αυτό δεν ακούγεται περίεργο. Ομολογουμένως, κάποια κομμάτια θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι b-sides από προηγούμενες δουλειές του αλλά, από μια πιο θετική σκοπιά, αυτό βοηθά στο να αναδειχθούν οι καλύτερες στιγμές του δίσκου - αρκετά συνηθισμένο το φαινόμενο, γενικότερα.

Χωρίς φιοριτούρες και περιττά (;) ρίσκα, με μια φειδωλή δόση πειραματισμού αλλά με ειλικρίνεια και συνέπεια. Στοιχεία που δεν εξάπτουν ακριβώς το ενδιαφέρον μας, αλλά αρκούν για να το συντηρήσουν, σε «σιγανή φωτιά», μέχρι το επόμενο μουσικό του εγχείρημα. Και σίγουρα μέχρι μια από αυτές τις cameo εμφανίσεις που ποτέ δεν μας απογοητεύουν.

Heavenly Recordings, 28.04.2017

 

Σχετικά άρθρα

Banner
Banner