ClockSound
Search
facebook twitter youtube rss instagram
Festival Calendar
Festival Calendar
Jamiroquai - Automaton

Jamiroquai - Automaton

Rate
7

Επτά χρόνια μετά το μάλλον αδιάφορο "Rock Dust LightStar" (2010), οι βετεράνοι πλέον Jamiroquai επιστρέφουν με νέο δίσκο, κάτι που, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορεί παρά να σημαίνει ανοιχτή πρόσκληση σε πάρτι. Αναμενόμενο, ασφαλώς, και απολύτως ταιριαστό με την μουσική πορεία των σχεδόν 25 χρόνων του acid jazz/funk σχήματος.

Μια πορεία όχι τόσο ποικιλόμορφη, αλλά αν μη τι άλλο συνεπής με τις μουσικές καταβολές και επιρροές του συγκροτήματος – που με τη σειρά του επηρέασε πολλούς μουσικούς και κατά κάποιον τρόπο δημιούργησε το δικό του, αναγνωρίσιμο μουσικό ύφος. Ακούγεται ίσως υπερβολικό, αλλά το τρίτο κατά σειρά studio album των Jamiroquai, "Travelling Without Moving" (1996), που σηματοδότησε ουσιαστικά την αρχή της «σοβαρής» μουσικής τους καριέρας και με τον χαρισματικό frontman Jay Kay στην καλύτερη ίσως στιγμή του θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στους δίσκους-σταθμούς των ‘90s. Υπερβολικό; Ίσως. Υποκειμενικό; Εντελώς. Είναι αλήθεια πάντως για κάποιους από τους πάλαι ποτέ φανατικούς της μπάντας, νοσταλγούς του μυθικού Virtual Insanity και του αξέχαστου Alright, στους οποίους προφανώς ανήκει η υπογράφουσα.

Ας περάσουμε στο προκείμενο όμως – με πιθανή στροφή στη νοσταλγία, αναπόφευκτα. Όταν πριν από λίγο καιρό, κυκλοφόρησε το πρώτο και ομώνυμο single από το δίσκο, προκάλεσε μάλλον έκπληξη στον τύπο και σχόλια που μιλούσαν για ηλεκτρονική ­«στροφή» και αλλαγή πορείας των Jamiroquai. Το δε βίντεο για το εν λόγω κομμάτι ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την αίσθηση αυτή.

Όλοι, λοιπόν, περιμέναμε απορημένοι το επερχόμενο πείραμα. Μέχρι που το δεύτερο single, Cloud 9, ήρθε να καταλαγιάσει κάπως τα πνεύματα και αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι επρόκειτο απλώς για εσφαλμένο συναγερμό, χωρίς κανένα λόγο ανησυχίας. Όχι ότι ο πειραματισμός με τον ηλεκτρονικό ήχο θα ήταν απαραίτητα κάτι κακό, αλλά σίγουρα θα μπορούσε να πάει και στραβά.

Αλλά δεν πήγε. Και στην πραγματικότητα, ακούγοντας κανείς ολόκληρο το δίσκο, συνειδητοποιεί ότι δεν υπήρξε ποτέ τέτοιος πειραματισμός. Τουλάχιστον όχι σε μεγαλύτερο βαθμό απ' ότι στο παρελθόν – βλέπε π.χ. Dynamite ή και άλλα διάσπαρτα παραδείγματα. Οι μόνες στροφές και αλλαγές πορείας φαίνεται να είναι εκείνες της θρυλικής Diablo από τη συλλογή του Jay Kay.

Συνολικά το "Automaton", παρά τον τίτλο του και το ομολογουμένως αρκετά διαφορετικό ομότιτλο κομμάτι, διατηρεί τόσο στιχουργικά όσο και μουσικά το ύφος των Jamiroquai: «feel-good» διάθεση, groovy ρυθμοί, γερές δόσεις από funk και disco και, φυσικά, η χαρακτηριστική φωνή του frontman, με το φαλτσέτο-σήμα κατατεθέν να μη λείπει .

Το φάντασμα του Cosmic Girl στοιχειώνει τα Summer Girl και Hot Property ενώ μετενσαρκώνεται μουσικά στο αρκετά καλό Cloud 9 και το - όχι και τόσο φρέσκο - Superfresh.

Κατά τα άλλα, υπάρχουν ίσως κάποιες δειλές απόπειρες πειραματισμού: τα  -σκοτεινά;;!! - We Can Do It και Dr. Buzz ίσως να είναι δύο τέτοια δείγματα, μιας και αποπνέουν μία αίσθηση ρετρό μελαγχολίας, εντός των αναμενόμενων ορίων, φυσικά. Το μπάσο εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί, ενώ δεν λείπουν οι κιθαριστικές λούπες αλά Niles Rodgers και, ναι, μιας και το ‘φερε η κουβέντα, κάτι από Daft Punk πλανάται στον αέρα. Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, ο όποιος παραλληλισμός ή ομοιότητα είναι μάλλον κάτι φυσικό και όχι τόσο μεμπτό.

Από στιχουργική άποψη, και πάλι δεν υπάρχει καμία αισθητή αλλαγή, παρά το υποτιθέμενο concept της «ψηφιακής δυστοπίας» που προαναγγέλλει το Automaton (το κομμάτι και το βίντεο). Τα βασικά θέματα εξακολουθούν να είναι τα ίδια. Γρήγορα αυτοκίνητα, μοιραίες γυναίκες και εξίσου μοιραίες νύχτες, ξέφρενα πάρτι και ουσίες... Αλλά, ας είμαστε ειλικρινείς: στην περίπτωση των Jamiroquai, οι στίχοι επισκιάζονται από την μουσική και ούτως ή άλλως δεν έχουν πρωτεύοντα ρόλο. Λογικό, μιας και χορεύοντας ακατάπαυστα είναι δύσκολο να συγκεντρωθεί κανείς.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε κάποια κομμάτια από τα 12 του δίσκου, αυτά σίγουρα θα ήταν τα Automaton, Cloud 9, Nights Out InThe Jungle, Dr. Buzz και Vitamin.

Συμπερασματικά, ο δίσκος στο σύνολό του κάθε άλλο παρά απογοητεύει, αλλά ούτε και...γοητεύει. Μάλλον απλώς εκπληρώνει επαρκέστατα τον σκοπό ύπαρξής του, που δεν είναι άλλος από το να μας παρασύρει σε 1 ώρα ασταμάτητου χορού. Με μια κάποια αισθητική και τεχνική ποιότητα, φυσικά, όπως πάντα. Ο καουμπόι του διαστήματος και η παρέα του επέστρεψαν: μπορεί τα φτερά να έδωσαν τη θέση τους σε φωτάκια led, αλλά η ουσία παραμένει ίδια. Καλή διασκέδαση!

Virgin EMI Records, 31.03.2017

Σχετικά άρθρα